Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Κ-...

Να φταίει άραγε η δική σου βάρδια; Σαν διάβασα το άτιμο κεφάλαιο που είχε για τίτλο δύο στίχους από την αποκάλυψη του γιάννη;
Όνομα αυτώ Εβραιστί Αβαδδών και
Εν τη Ελληνική όνομα έχει Απολλύων.
Σε έκανα παρέα μοναχός σιγοπίνωντας σκέτο ουζάκι, άσπρο σα νερό, λευκό σαν τις αρρώστιες και τις ποδιές των γιατρών, λευκό σαν το θάνατο και τους χιτώνες των αγγέλων.
Και κάπνιζα τα γλυκόπικρα τσιγάρα, τα δίχως φίλτρο, κομματάκια καπνού να γεύομαι ανάμεσα στα χείλη, τη γλώσσα και τα δόντια, να κολλούνε στον ουρανίσκο, να τα φτύνω.
Και άκουγα μουσική…
Το φεγγάρι γέμιζε τον ουρανό και άδειαζε τα αστέρια.
Μέχρι που ήρθε εκείνη και τα παράτησα όλα τα γράμματα. Εμμείνανε μονάχα τα άλλα, τα αδιάβαστα, τα αμίλητα, τα αναμεταξύ μας.
Και κάποια στιγμή δεν άντεξα, δεν μπορούσα παραπάνω, πάμε τις λέω, πρέπει να πιω.
Λίγες ώρες μετά μου ζήτησε να μη πάρω τη μηχανή. Θα πάμε με τα πόδια. Σε φοβάμαι τώρα.
Πήγαινε.
Σε παρακαλώ μην οδηγήσεις…
Δεν οδηγώ εγώ, άλλος κρατά το τιμόνι.
Γαμώ το σου!, φώναξε και ανέβηκε στην σέλα.
ΜΖ των 500ίων, σα να ακούς βαπόρι της άγονης γραμμής να σαλπάρει μέσα στη νύχτα.
Τελευταίο ταξίδι σου γλυκιά μου, της είπα.
Η γυναίκα νόμιζε ότι της μιλούσα.
Τι λες;
Λέω, ότι όσο είμαστε μαζί δεν θα πάθουμε τίποτα.
Δεν σε πιστεύω.
Έχεις δίκιο, απάντησα.
Επειδή σε αγαπώ δεν έχεις κανένα δικαίωμα να στριφογυρίζεις το νόμισμα.
Κεφαλή ή γράμματα;
Κεφαλή.
Είδες, φτάσαμε σώοι. Εδώ δεν είναι το σπίτι σου;
Όχι, εσύ είσαι το σπίτι μου μα ποτέ δεν μου άνοιξες την πόρτα. Κάθομαι απ’ έξω, σε κοιτώ από το παράθυρο και το μόνο που βλέπω είναι μια σκιά.
«Σβήσε τα κεριά Λάουρα, ο κόσμος άρχισε να φωτίζεται με αστραπές.».
Σε παρακαλώ, μην πάθεις τίποτα…
Μα δεν μπορούσα, η ταχύτητα είναι ένας ίλιγγος που σε στροβιλίζει μέσα στην δίνη του χωρίς να σε αφήνει να του ξεφύγεις. Η κολώνα είναι ο στόχος απ΄ άπειρο.
Μπορεί όμως να περιμένει ακόμη, όσο και αν φωνάζει: Έλα….
Εκεί, στα γνωστά στέκια, στην τρύπα της σακοράφας. Για εμένα δεν μετανιώνω…
…και άρα δεν μπορώ να πάρω άφεση αμαρτιών. Στο τέλος του δρόμου, μετά τις κακουχίες, την λύτρωση από άγνοια και την αιώνια τιμωρία, με περιμένει η μοναξιά.
Μετά τις αρρώστιες, τον θάνατο και την κόλαση, απομένει η ΜΟΝΑΞΙΑ, με κεφαλαία.

Νίκο, με τα ποιήματά σου…
Υπάρχουν και άλλες θάλασσες, οι στεριανές, με τις γαληνές τους και τις φουρτούνες τους. Ίδιος ο ουρανός που τους στέκει. Είναι μαύρος σε εσένα, χωρίς φεγγάρι, γεμάτος αστέρια. Μα εσύ δεν κοιτάς εκεί, τα μάτια σου καρφωμένα στην σκοτεινή θάλασσα.
Την ίδια που ταξιδεύουν και άλλοι αμαρτωλοί, από λιμάνι σε λιμάνι, από καταγώγιο σε καταγώγιο.
Σύρριζα περπατάμε στα πεζοδρόμια, ακουμπώντας κατουρημένους τοίχους, ματωμένους, για να εισέλθουμε στα ιερά άδυτα των ναών που ονομάζονται ξενοδοχεία.
Εσύ, εγώ και οι άλλοι είμαστε ξένοι. Μια λέξη ακόμη κεφαλαιώδης. ΞΕΝΟΙ. Και όλα τα hotel το δοχείο που περιμένει καρτερικά την τέφρα μας. Έτσι δεν είναι;
Διαβαίνουμε πόρτες, ανεβαίνουμε σκαλοπάτια, ξαπλώνουμε σε στρώματα και όλα τους τρίζουν σα να ακούς διαβόλους να γελούνε.

4 σχόλια:

pandiony είπε...

πάμε να σπάσουμε την πόρτα, να την ξυλώσουμε.. για μετά να μπεί μια άλλη πιο δυνατή, να προκαλεί περισότερο, να μας γελά ψύλινα και σιδερένια, πλαστικά..

γιωργος είπε...

Και μετά pandiony; Το μετά έχει σημασία...

pandiony είπε...

..μετά.. απο 3 μέρες..
γειά σου γιώργο
καλό μήνα
καλά;

γιωργος είπε...

Γεια σου pandiony, μετά... από μία ημέρα και ένα μήνα. Καλά; Όταν παραδίδεσαι στην θάλασσα μια χαρά...έτσι;